περισκήνιον

περισκήνιον
τὸ, Μ
1. στον πληθ. τὰ περισκήνια
α) ορειχάλκινα κιγκλιδώματα στο θέατρο
β) η ορχήστρα τού θεάτρου
2. μτφ. το ανθρώπινο σώμα ως κατοικητήριο τής ψυχής («ἐλύπει τὸν φιλόσοφον τὸ θνητόν περισκήνιον», Θεοφύλ. Σιμ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < περι-* + σκηνή + κατάλ. -ιον (πρβλ. παρα-σκήνιον)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • περισκήνιον — περί σκηνάω banqueters imperf ind act 3rd pl (epic doric ionic) περί σκηνάω banqueters imperf ind act 1st sg (epic doric ionic) περί σκηνέω to be imperf ind act 3rd pl (doric) περί σκηνέω to be imperf ind act 1st sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”